Νέο απόκτημα για τη δανειστική βιβλιοθήκη του ΚΕ.Μ.Ε. “ΔΡΑΣΤΕΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ”

#CriminologicalFiles

#Βιβλία

ΔΡΑΣΤΕΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ

Το Έγκλημα και η Ποινή

 

Επιμέλεια: Α. Μαγγανάς, Δ. Σορβατζιώτη

Εκδόσεις: Νομική Βιβλιοθήκη

ISBN: 978-960-562-169-8

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ & ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Είναι συχνά επαναλαμβανόμενο το λεχθέν ότι το ελληνικό δίκαιο, ως ηπειρωτικό, και το καναδικό, ως αγγλοσαξονικό, δεν έχουν καμία σχέση, είναι δύο διαφορετικά δίκαια και συνεπώς ουδεμία πρακτική σημασία έχει για τον νομικό και κυρίως τον δικαστή η αντίστοιχη μελέτη των δύο δικαιϊκών τάξεων. Εξάλλου η παράδοσή τους είναι διαφορετική, με την έννοια ότι το αγγλοσαξονικό έχει νομολογιακή παράδοση.

Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά μοιάζει στον πλανήτη μας και κατά συνέπεια το έγκλημα ως κοινωνικό φαινόμενο που εκφράζεται και υλοποιείται από τον άνθρωπο, έχει μορφές τυποποιημένες που σε όλα τα δίκαια είναι ίδιες στην βάση τους. Δηλαδή η ποινική έκφραση της σεξουαλικής συμπεριφοράς, αυτή που τυποποιείται στον Ποινικό Κώδικα έκαστου κράτους ή εκάστης δικαιοδοσίας είναι στην βάση της σύλληψής της, η ίδια.

Αυτό που πραγματικά είναι ενδιαφέρον στις αποφάσεις των καναδικών δικαστηρίων, είναι ο δικανικός συλλογισμός που αφορά στην ενοχή ή στην αθωότητα του κατηγορουμένου. Είναι μια λογική διαδικασία, η οποία παρουσιάζει μια ρέουσα συμπερασματική σκέψη, καθαρή λογική συναγωγή συμπεράσματος, ευκρινής στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης.

Η επιλογή των συγκεκριμένων αποφάσεων προς μελέτη και έρευνα, αποσκοπεί κυρίως στην ανάδειξη της επαγωγικής σκέψης. Την σκέψη, που πρώτιστα η ελληνική διανόηση ανέδειξε, από την εποχή του Πλάτωνα, του Σωκράτη και του Αριστοτέλη. Δεν υπάρχει κανένα κανονιστικό όριο στην δικαιϊκή μας τάξη που εμποδίζει τον δικαστή να σκεφτεί και να γράψει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Θα λέγαμε ότι αυτό επιβάλλεται από τους κανόνες σχηματισμού της δικανικής πεποίθησης.

Αντιλαμβανόμαστε πολύ συχνά, ότι το θέμα της πληθώρας των αποφάσεων προς έκδοση του Έλληνα δικαστή, είναι ένα τεράστιο ζήτημα, το οποίο πράγματι αγγίζει «ταινία θρίλερ». Δεν μένουμε σε αυτό το σημείο γιατί θα θεωρηθεί υποτίμηση του κοινού νου η ανάλυση του ρηθέντος ότι είναι εξαιρετικά μεγάλος ο φόρτος των υποθέσεων στους δικαστές μας.

Όμως ως εξειδικευμένοι στο αντικείμενο επιστήμονες, έχουμε χρέος να παρέχουμε στους δικαστές μας και στους νομικούς της πράξης την δυνατότητα να προσεγγίσουν αυτή την σκέψη, την «καθαρή» ώστε να την χρησιμοποιήσουν, καθόσον αφορά θέματα υπαγωγής στην λογική (εν προκειμένω του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας). Η αρχή δε της ηθικής απόδειξης σε συνδυασμό με την δικανική συλλογιστική της εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιβάλλουν αυτή την προσέγγιση ιδίως όσο αφορά στην κρίση περί της ενοχής.

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να αναδείξει την δυνατότητα διαμόρφωσης και αποτύπωσης ουσιαστικής νομικής σκέψης σε ένα έγκλημα, το σεξουαλικό, του οποίου η προσέγγιση είναι διεπιστημονική. Συναντήσαμε στις αποφάσεις ζητήματα τα οποία αφορούν στο ποινικό δίκαιο, στην ποινική δικονομία, στην ανακριτική, στην ποινολογία, στην δικαστική ψυχολογία, στην ψυχολογία και ψυχιατρική, στην σεξολογία, στην εγκληματολογία, στην θυματολογία. Και όλα αυτά μαζί, συναντώνται στο σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης περί της ενοχής και αθώωσης και στην απόφαση που αφορά στην επιμέτρηση της ποινής.

Το σημείο αναφοράς των σεξουαλικών εγκλημάτων είναι βέβαιο ότι δημιουργεί έντονα συναισθήματα, ιδίως όταν αφορά σε σεξουαλικά εγκλήματα με θύματα παιδιά και ανήλικους, κυρίως όταν οι δράστες είναι οι γονείς.

Είναι σπουδαίο το έργο του Δικαστή, όταν σε αυτό το έγκλημα αποστασιοποιείται από το συναίσθημα και δικάζει ουσία. Είναι εξαιρετικό να δύνασαι να παρακολουθήσεις την επαγωγική σκέψη στην Επιστήμη που υμνεί την Λογική, στην Νομική Επιστήμη, για ένα έγκλημα που γεννά δυνατά συναισθήματα, κυρίως αρνητικά. Ένα έγκλημα για το οποίο ο διάλογος για την θανατική ποινή πολλές φορές ζωντανεύει στους κύκλους των παραβατικών του κοινού ποινικού δικαίου αλλά και στους κύκλους των ακαδημαϊκών, των νομικών και της κοινής γνώμης. Ένα έγκλημα που μυστηριωδώς συγκαλεί στο παγκόσμιο την ίδια Αντίδραση στο «Κακό».

Είναι γνωστή η θέση μας για τους μεγάλους προλόγους και τις μεγάλες εισαγωγές.

Ως εκ τούτου περιοριζόμαστε στο να αναφέρουμε πως σε τούτο το εγχείρημα στοχεύουμε σε όσα πρωθύστερα αναφέρθηκαν και η επανάληψή τους δεν τα καθιστά σημαντικότερα.

Αυτό το βιβλίο είναι η πρώτη, μετά από πάρα πολλά χρόνια, έντυπη σε μορφή βιβλίου, συνεργασία μας, και αυτό υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό αλλά και δύσκολο στην πράξη και για τους δύο μας, αφού η εγκληματολογική προσέγγιση του Α. Μαγγανά έπρεπε να συναντηθεί και με την ποινικό-δικονομική προσέγγιση της Δ. Σορβατζιώτη. Δεν ήταν απλό, μιας και η «διαμάχη» μεταξύ εγκληματολόγων και ποινικολόγων κρατά για χρόνια, όμως είχαμε και οι δύο ένα κοινό, την νομική επιστήμη και την εγκληματολογία σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο επίπεδο σπουδών.

Η έρευνα αυτή διήρκεσε τρία έτη. Έγινε σε καναδικές αποφάσεις που αφορούν στο σεξουαλικό έγκλημα σε δικαστήρια πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, καθότι εκεί υπήρχε η δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων. Παρατηρήθηκε δε, ότι οι πρωτοβάθμιες αποφάσεις παρουσιάζουν εξαιρετική νομική επιμέλεια στην αιτιολογία τους. Εξάλλου στο αγγλοσαξονικό δίκαιο, δεν είναι συχνό φαινόμενο η έφεση των αποφάσεων όπως στο ηπειρωτικό.

Αρχικά ερευνήθηκε η βάση δεδομένων του Κεμπέκ, η οποία περιείχε περί τις 366 υποθέσεις. Μελετήθηκαν οι 170, οι οποίες αποδόθηκαν σε κείμενο ελληνικό. Στις αποφάσεις έχουν επιλεγεί να μεταφραστούν τα κομμάτια αυτά που μπορούν να αποδώσουν καλύτερα το νόημα εις όλον και συνδυαστικά. Συνεπώς ήταν μια απαιτητική διαδικασία, καθώς όφειλε να περιορίσει στο μέτρο του δυνατού την έκτασή τους στο πρωτότυπο. Είναι αποφάσεις πολυσέλιδες, κάποιες φορές πέραν των 90 σελίδων. Η προσπάθεια της μετάφρασης αφορούσε την νομικά σωστή απόδοση των τεκταινόμενων και της δικαστικής κρίσης. Επιλέχθηκαν 44 αποφάσεις για παρουσίαση στο εν λόγω βιβλίο. Από αυτές 26 αφορούν στο έγκλημα και 18 στην ποινή.

Η παρουσίαση αφορά στα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων, που ανακύπτουν κυρίως μέσα από τις καταθέσεις του θύματος και του κατηγορούμενου. Παράλληλα σε πολλές υποθέσεις κρίθηκε απαραίτητο να παρουσιαστούν και άλλες ουσιώδεις καταθέσεις τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά όσο και ως προς τους διαδίκους. Στο τέλος παρουσιάζεται η δικαστική κρίση.

Τις αποφάσεις ακολουθούν σχόλια και ερωτήσεις. Πολλές φορές τα σχόλια και οι ερωτήσεις εμπεριέχουν ένα «αντίθετο», ένα λόγο και ένα αντίλογο. Άλλοτε τα σχόλια είναι μια σκέψη άλλοτε όχι, πάντα όμως έχουν έντονο εγκληματολογικό προσδιορισμό. Οι ερωτήσεις είναι στοχευμένες να προκαλέσουν την σύγκριση των δύο δικαίων. Έτσι είναι κυρίως ποινικού δικαίου, δικονομικού, ποινολογίας και ανακριτικής, ενώ υπάρχουν και θεματικές θυματολογίας και δικαστικής ψυχολογίας. Τα πρώτα αντιπροσωπεύουν κυρίως τον Αντώνη Μαγγανά ενώ οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις τους την Δήμητρα Σορβατζιώτη.

Αφού τεθούν οι ερωτήσεις, εντοπίζονται οι ειδικές θεματικές των ερωτήσεων που απορρέουν από την υπόθεση που έχει παρουσιασθεί προηγουμένως και στοχεύουν στην σύγκριση. Ακολουθεί μια αναφορά ενδεικτικής βιβλιογραφίας, όπου δίνεται το κεφάλαιο που απαντά στις ερωτήσεις και οι αντίστοιχες ακριβείς σελίδες που εμπεριέχουν την απάντηση (κάποιες φορές είναι μόνο μια σελίδα). Έτσι αποφύγαμε σκοπίμως αλλά με «δυσκολία» (αφού οι ακαδημαϊκοί προτιμούν να απαντούν), να δώσουμε την απάντηση σε πλήρες κείμενο, προκειμένου να βοηθήσουμε στην ουσιαστική συγκριτική έρευνα.

Στόχος είναι η ανεύρεση της απάντησης μέσα από την κριτική σκέψη και η υπόδειξη στους φοιτητές/ερευνητές, του τρόπου της λογικής επαγωγής καθώς και η υποστήριξη της ορθής απάντησης μέσα από τα αναφερόμενα συγγράμματα. Για τους έμπειρους μελετητές, οι απαντήσεις είναι ήδη στο κείμενο της απόφασης και στους τίτλους της βιβλιογραφικών αναφορών. Η θέση μας είναι να μην πάρουμε «θέση», αλλά να αφήσουμε τον μελετητή να δει την κατά Σωκράτην «αλήθεια».

Έχει θεωρηθεί ότι ο μελετητής του βιβλίου είναι άτομο που έχει βασική γνώση του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας ή άλλως του δικαίου της ποινικής απόδειξης.

Δεν έχουν επιλεγεί στις θεματικές πολλά ή διαφορετικά εγχειρίδια του ιδίου αντικείμενου για το «εύχρηστον» της έρευνας. Στο επίπεδο των φοιτητών της νομικής τα εγχειρίδια που προτείνονται είναι ήδη σε αυτά για την διδακτική τους ύλη.

Θεωρούμε ως βασικά συγγράμματα για την μελέτη των ερωτήσεων κυρίως τον σχολιασμένο κώδικα ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας. Επιπλέον στο βιβλίο αυτό αποφεύγουμε σκοπίμως την λεπτομερή και αναλυτική επεξήγηση είτε σε κείμενο είτε σε υποσημειώσεις για το κάθε δικαιϊκό σύστημα, καθώς αυτό κρίναμε ότι θα περιόριζε την σκέψη του αναγνώστη σε τυχόν τυπικές διαφορές των συστημάτων. Έχουμε όμως αποδώσει στα ελληνικά, όπου κρίθηκε σκόπιμο, το άρθρο του καναδικού ποινικού νόμου, προκειμένου να διευκρινιστούν οι έννοιες που αναλύονται στην απόφαση, ενώ παράλληλα διευκρινίζονται ορισμένες στοιχειώδεις γνώσεις για το αγγλοσαξονικό σύστημα σε μικρές ευσύνοπτες προτάσεις, προκειμένου να μην δημιουργείται σύγχυση στην μελέτη των αποφάσεων, κυρίως σε αυτούς που είναι γνώστες της ελληνικής μόνο ποινικής δικονομίας και ποινικού δικαίου.

Στο επίπεδο των μελετητών του δικαίου, δικαστών, δικηγόρων και νομικών της πράξης αλλά και της θεωρίας, τα βιβλία που υποδεικνύονται είναι βασικά του είδους αλλά αυτό δεν αποκλείει την χρήση όποιου άλλου συναφούς. Είναι τόση η ποικιλία της επιλογής από ελληνικές μελέτες και βιβλία στους προαναφερθέντες τομείς δικαίου, που επιτρέπει την όποια επιλογή του μελετητή, με ασφάλεια. Εξάλλου η υποδεικνυόμενη βιβλιογραφική αναφορά παρουσιάζει το προς έρευνα θέμα με συγκεκριμένο τίτλο, οπότε η αναζήτηση μπορεί σε όποιο άλλο βιβλίο να γίνει στοχευόμενη και κατά συνέπεια εύκολη.

Το βιβλίο έχει δύο μέρη δικαστικών αποφάσεων, αυτό της ενοχής για το έγκλημα και αυτό της ποινής.

Το πρώτο κεφάλαιο που αφορά στο έγκλημα, χωρίστηκε σε κεφάλαια, αυτό της συναίνεσης, της αξιοπιστίας του κατηγορουμένου και αυτό των αντιφατικών καταθέσεων. Καίτοι τα δύο τελευταία ζητήματα φαίνεται ότι απασχολούν μόνο την ποινική δικονομία ή το καλούμενο δίκαιο της απόδειξης στην ποινική δίκη, στην ουσία ασχολούνται όπως και το πρώτο (της συναίνεσης), με την ουσία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν υπάρχει εκτίμηση των ποινικών αποδείξεων πέρα και μακριά από την ουσία του ποινικού νόμου και δη της αντικειμενικής (actus reus) και υποκειμενικής υποστάσεώς του (mens rea). Στο κεφάλαιο αυτό, όπως και στο επόμενο, διαχωρίζονται οι αποφάσεις που αφορούν σε δράστες ενήλικους με θύματα ενηλίκους, δράστες ανήλικους με θύματα ανήλικους και δράστες ενήλικους με θύματα ανήλικους.

Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο αφορά στην ποινή και την επιμέτρησή της. Σπουδαίο έργο η επιμέτρηση της ποινής! Και στα δύο δίκαια προβλέπεται κατά τον ίδιο τρόπο, δηλαδή ο δικαστής πρέπει για την επιμέτρηση, να λάβει υπόψιν του όλα όσα αναφέρονται για το ελληνικό ποινικό δίκαιο στο άρθρο 79 ΠΚ, και για το καναδικό στα άρθρα 718 επ. ΚανΠΚ. Ο σκοπός της ποινής και στα δύο δίκαια κοινός, οι στόχοι κοινοί, η επιμέτρηση ουσιώδης και δύσκολη πάντα για τον δικαστή. Κοινός τόπος και στα δύο δίκαια.

Μια διαφορά αλλάζει αυτά που στα δύο δίκαια διαβάζουμε στις αποφάσεις –ότι στο καναδικό δεν εννοείται ποινή χωρίς εμπεριστατωμένη αιτιολογία– μα ούτε στο ελληνικό εννοείται! Πέρα από τα στερεοτυπικά των φραγμών που εκάστοτε αποφάσεις, λιτοδίαιτες στο αιτιολογικό τους, παρουσιάζουν και δημιουργούν κακό νομολογιακό προηγούμενο, στην Ελλάδα δεν δεσμευόμαστε στο δικαιϊκό μας σύστημα από το νομολογιακό προηγούμενο, και δη το κακό, οπότε μπορούμε να αγνοήσουμε τα περί μη απαραίτητης αιτιολογίας στην ποινή. Ευτυχώς υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη δικαστές που αιτιολογούν την επιμέτρηση της ποινής και στην Ελλάδα.

Ο δικαστής Κρουσταλάκης  έγραψε στο βιβλίο του «Δικαιοσύνη και Κοινωνία»: «Για τον δικαστή έξαλλου μια υπόθεση ποτέ δεν τελειώνει με την εκφώνησή της, τη συζήτηση και το πέρας της συνεδρίασης. Το ψυχικό του μαρτύριο αρχίζει από εκεί και ύστερα. Και κορυφώνεται με την έκδοση της απόφασης».

Αυτή η «βάσανος» για την επιλογή από τον δικαστή της κατάλληλης ποινής είναι ορατή στις αποφάσεις που παρουσιάζονται. Είναι εκεί πάλι που ο Δικαστής αποστασιοποιείται από τα δρώμενα και επιλέγει όχι με αόριστα και ασαφή κριτήρια την ποινή. Είναι εκεί που πάλι συναντώνται οι δικαστές του κόσμου. Στην επιλογή της κατάλληλης ποινής σε ένα δύσκολο έγκλημα, πολλάκις απεχθές.

Είναι από αυτή την διαδικασία, που θα δούμε πόσο νομικά θεμελιωμένη μπορεί να είναι η επιμέτρηση της ποινής. Είναι βέβαια το καναδικό δίκαιο νομολογιακό και φυσικά επιβάλλει στο δικαστή να επιλέξει προσεκτικά σε σχέση και με άλλες προηγούμενες παρόμοιες υποθέσεις την αντίστοιχη ποινή.

Το ελληνικό δίκαιο δεν είναι νομολογιακά δεσμευτικό. Πώς μπορεί λοιπόν να είναι απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας δεσμευτική από τον νόμο, όταν ιδίως επιτρέπει την μη αιτιολογία των αποφάσεων για την ποινή; Και εάν ήταν δεσμευτική γιατί κάποιοι δικαστές συνεχίζουν και αιτιολογούν τις αποφάσεις τους για την ποινή; Ο διάλογος αυτός δεν έχει νόημα να συνεχιστεί, αφού απλά όλοι όσοι δεν αιτιολογούν μια απόφαση, το γνωρίζουν ήδη από την λήψη της ότι δεν θα το κάνουν. Σημασία έχει να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αιτιολογούμε την επιμέτρηση της ποινής, καθώς κατ’ αυτό τον τρόπο ολοκληρώνεται το μοναδικό έργο της απονομής της δικαιοσύνης.

Είναι απλό να πάρουμε στοιχεία από μια διαδικασία, όπως αυτή παρουσιάζεται στις καναδικές αποφάσεις και να τα εφαρμόσουμε στις ελληνικές αποφάσεις. Ούτε εδώ υπάρχει κανόνας περί του αντιθέτου.

Ίσως να είναι μια από τις φορές που γράφουμε και πάλι, ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά ομοιάζει στο παγκόσμιο και τα κοινωνικά φαινόμενα παρουσιάζονται σε όλες τις κοινωνίες, είτε στον ίδιο χρόνο είτε με κάποια καθυστέρηση. Πάντως παρουσιάζονται παντού και πάντα τα ίδια. Και ο άνθρωπος, ο δικαστής, ο εγκληματίας, ο νομικός, σκέφτεται και προβληματίζεται ανάλογα με την ταυτότητά του και τις αντίστοιχες κοινές στο παγκόσμιο ομάδες, κατά τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο ή περίπου στον ίδιο χρόνο. Εξάλλου ο χρόνος είναι όριο ανθρώπινο. Σημασία έχει η ύπαρξη του φαινομένου και η εκδήλωση της συμπεριφοράς.

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το «κοινό» της σκέψης και της ενέργειας του ανθρώπου. Ας μετέλθουμε λοιπόν χωρίς στερεοτυπικά όρια, που περιορίζουν επί σκοπώ, τις δυνατότητες του ανθρώπινου μυαλού.

 

Ιούλιος 2013

Αντώνης Δ. Μαγγανάς

Καθηγητής  Παντείου Πανεπιστημίου

 

Δήμητρα Φρ. Σορβατζιώτη

Επίκ. Καθηγήτρια Νομικής Παν/μίου Λευκωσίας,

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 

Tο επιστημονικό σύγγραμμα των εκδόσεων Νομική Βιβλιοθήκη υπάρχει στη δανειστική μας βιβλιοθήκη και διατίθεται προς δανεισμό για τα μέλη του ΚΕ.Μ.Ε.! Ευχαριστούμε από καρδιάς τον Ομ. Καθηγητή Α. Μαγγανά για την ευγενική του προσφορά.