“Ψυχική διαταραχή – χρήση βίας” του Καθηγητή Αντ. Μαγγανά

#CriminologicalFiles

#επίκαιρα ζητήματα

Ψυχική διαταραχή – χρήση βίας

ΑΝΤΩΝΗΣ Δ.ΜΑΓΓΑΝΑΣ

ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

 

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΝΑΔΑ
Υπόθεση R.v.Owen απόφαση της 6.6.2003
Πηγή: Rapport de la Cour Supreme du Canada 33
Διατάξεις: ΚανΠΔ άρθρα 672, 54, 672, 3 και 672-8

I) Πραγματικά περιστατικά. Ιστορικό[1]

Στις 10 Οκτωβρίου 1978 ο Owen κατηγορούμενος για φόνο 2ου βαθμού κρίθηκε μη υπεύθυνος λόγω διαταραχής της συνείδησης. Οι περιστάσεις του φόνου έχουν ως εξής: Ο κατηγορούμενος ζούσε εδώ και 3 μήνες μ’ ένα φίλο του 22 χρόνων. Το αδίκημα συνέβη ένα πρωινό αλλά ο Owen δεν θυμάται τίποτε. Το μόνο που θυμάται είναι ότι είχε παρανοϊκές ιδέες τις προηγούμενες από το φόνο εβδομάδες και ότι ένα τραγούδι του ερχόταν συνέχεια στο μυαλό χωρίς να μπορεί να θυμηθεί τους στίχους. Την παραμονή ξάπλωσε και στη μνήμη του ήλθε ένα μήλο ποτισμένο με MDA. Το επόμενο πρωί ο ίδιος και ένας άλλος άνδρας μοιράστηκαν αυτό το μήλο. Ο Owen αναφέρει ότι φοβόταν και ότι είχε παρανοϊκές ιδέες εδώ και λίγο καιρό χωρίς να έχει πλήρη συνείδηση. Αφού έφαγε το μήλο, φοβήθηκε το φίλο του πιστεύοντας ότι ήταν αναμεμειγμένος στη δολοφονία του παππού του( αν και ο τελευταίος είχε πεθάνει από φυσικά αίτια)-θυμάται, ακόμη, ότι χτύπησε τον άνδρα μ’ ένα μπαστούνι (ρόπαλο) ή κάτι παρόμοιο.

Είχε πάνω του, επίσης ένα πυροβόλο όπλο. Μετά το έγκλημα περίμενε επί τόπου μέχρι να φθάσει η αστυνομία. Ο άνδρας υπέκυψε μετά από λίγο στα τραύματά του.

Κατά του Owen απαγγέλθηκε κατηγορία για φόνο. Πριν από την πράξη του αυτή το 1978 είχε, ήδη, ένα φορτωμένο ποινικό μητρώο με διαρρήξεις, αντίσταση κατά της Αρχής, εμπορία και κατοχή ναρκωτικών καθώς και κλεπταποδοχή.

Μετά από μία περίοδο κράτησης σε ψυχιατρικά καταστήματα τέθηκε, σταδιακά σε ελευθερία μέχρι το 1987, οπότε συνελήφθη για παράνομη κατοχή όπλου, διάρρηξη, και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Στις 15 Ιουνίου 1988 κηρύχθηκε ένοχος αυτών των τριών αδικημάτων. Αφού εξέτισε την ποινή του μεταφέρθηκε στο ψυχιατρικό κατάστημα του North. Bay.

Το 1989, διαπληκτίστηκε με το προσωπικό του νοσοκομείου σχετικά με τα προνόμια που του είχαν αναγνωρίσει, και σύμφωνα με την έκθεση του νοσοκομείου, έχασε την ψυχραιμία του και χτύπησε την πόρτα ενός αυτοκινήτου τόσο δυνατά που έσπασε το χέρι του, το οποίο, αναγκαστικά, μπήκε στο γύψο. Τότε ο κατηγορούμενος δήλωσε: «Ήταν η πόρτα ή η μασέλα του Brad. Ξέρω έπρεπε να χτυπήσω κάτι».

Αργότερα, ενώ ζούσε ελεύθερος στην κοινότητα, το 1990 προκάλεσε σοβαρό τραύμα στη μασέλα ενός άνδρα μ’ ένα μπαστούνι μπιλιάρδου κατά τη διάρκεια μιας διένεξης και ενώ τελούσε υπό την επίδραση του αλκοόλ. Στις 7 Ιουνίου κηρύχθηκε ένοχος πρόκλησης σωματικών βλαβών και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 14 μηνών. Στη συνέχεια προσπάθησαν, σταδιακά, να τον επαναφέρουν υπό καθεστώς ελευθερίας, αλλά τα προβλήματα με την κατανάλωση αλκοόλ και ναρκωτικών ήλθαν, πάλι στην επιφάνεια και συνέχισε να επιδεικνύει τάσεις βιαιότητας. Το 1991, για παράδειγμα, ο κατηγορούμενος εισήχθη στη μονάδα φύλαξης του ψυχιατρικού νοσοκομείου του Kingston. Εκεί, επέδειξε, εκ νέου, «βίαιες συμπεριφορές» όντας υπό την επήρεια του αλκοόλ. Σε μία αποτίμηση της επικινδυνότητάς του από τους ειδικούς του Υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας τον κατέταξαν στην κατηγορία των βίαιων εγκληματιών με ποσοστό πιθανής υποτροπής 44% για τα επόμενα επτά χρόνια μετά την απόλυσή του.

Το 1992, σε μία έκθεση του ιατρικού προσωπικού του νοσοκομείου, αναφερόταν στους παράγοντες κινδύνου για τον κατηγορούμενο η κατάχρηση ναρκωτικών ή αλκοόλ και η τάση του για βιαιότητες;

«Τα προγνωστικά [για τον κατηγορούμενο] είναι ακόμη πολύ συγκρατημένα, λαμβανομένων υπόψιν της έλλειψης αυτοσυγκράτησης και σεβασμού προς τους άλλους και της αδιαλλαξίας του απέναντι στο σύστημα. Μια τυχαία περίσταση μπορεί να βάλει τέρμα πολύ νωρίς στην ελευθερία [του] και την προσπάθεια επανένταξής του στην κοινωνία. [Ο κατηγορούμενος] έχει προηγούμενη επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά ιδιαίτερα όσον αφορά την απρόκλητη βία και την κατανάλωση ναρκωτικών και αλκοόλ όπως και μία γενική περιφρονητική στάση προς τους άλλους. Κατά συνέπεια παρουσιάζει ένα σοβαρό κίνδυνο για την κοινωνία.

Παρ’ όλα αυτά η Επιτροπή αποφάσισε να τον απολύσει χωρίς όρους για τα έτη 1994, 1995 και 1996. Όμως, το 1997 το τεστ ούρων του κατέδειξε την παρουσία κάνναβης και το ψυχιατρείο του Kingston γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι δεν μπορούσε, εφεξής, να είναι ευνοϊκό προς μία απόλυση, λόγω της επιμονής του Owen να καταναλώνει αλκοόλ και άλλα ναρκωτικά και λόγω του ότι το νοσοκομείο χρειαζόταν μια σχετική ελευθερία χειρισμών για να μπορεί να ανταποκριθεί με ταχύτητα σε μία, εκ των προτέρων γνωστή, χειροτέρευση του κινδύνου».

Αν το νοσοκομείο δεν μπορεί να ζητήσει την εισαγωγή στο νοσοκομείο ή σημαντικές αλλαγές στην επιτήρηση του κατηγορουμένου, η κοινωνία διατρέχει κίνδυνο. Η κατάσταση αυτή θα επαναληφθεί, ασφαλώς αρκετές φορές. Ο ρόλος του νοσοκομείου θα πρέπει να συνίσταται στο να μπορεί να χειρισθεί την κατάσταση χωρίς καθυστέρηση με μέτρα συμβατά προς τις ανάγκες του κατηγορουμένου για επανένταξη μακροπρόθεσμα χωρίς όμως να δημιουργείται κίνδυνος για την κοινωνία. Το νοσοκομείο δεν βλέπει τη χρησιμότητα να εισάγει τον κατηγορούμενο κάθε φορά και για πολλούς μήνες μέχρις ότου η Επιτροπή συνέλθει και πάρει την απόφαση της. Ο παρόν διακανονισμός, η απόλυση χωρίς όρους, έχει αρνητικές συνέπειες ως προς την επανένταξη του κατηγορουμένου και δεν προασπίζει διόλου την ασφάλεια του κοινού.

«[…] Θα υφίσταται πάντοτε ο κίνδυνος να καταναλώσει ο κατηγορούμενος αλκοόλ και άλλα ναρκωτικά και να επιδείξει, ως συνέπεια, αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο κίνδυνος θα φθάσει σε απαράδεκτα επίπεδα όταν επισυμβεί. Το νοσοκομείο πρέπει να είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσει μία τέτοια κατάσταση χάρις στη διακριτική ευχέρεια που θα του δίνει μία απόφαση κράτησης».

Η Επιτροπή αποφάσισε για τα έτη 1997-98 και 1999 να κρατείται ο κατηγορούμενος υπό την εποπτεία του ψυχιατρείου του Kingston με διαμονή στην πόλη του Kingston υπό τον όρο ότι δεν θα καταναλώνει αλκοόλ ή ναρκωτικά. Το Μάρτιο του 1999, οι υπεύθυνοι του νοσοκομείου αποφάνθηκαν ότι η ιατρική μονάδα πιστεύει ότι ο Owen εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του κοινού.

Το 2000 διαπιστώθηκε ότι εξακολουθούσε να καταναλώνει κοκαΐνη. Κατά την περίοδο αυτή, ο κατηγορούμενος άρχισε να συζεί με μία γυναίκα με την οποία απέκτησε ένα παιδί στο οποίο ο Owen είναι πολύ αφοσιωμένος. Το ζευγάρι χώρισε τελικά και ο κατηγορούμενος ανέλαβε το παιδί για ένα διάστημα. Από την κατάθεσή του συνάγεται ότι η αδυναμία του να βγει από το νοσοκομείο και να φροντίσει το γιο του τον απασχολεί έντονα. Το άγχος της μονογονεϊκότητας και οι σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες είχαν ολέθριες συνέπειες γι’ αυτόν. Το 1999 κρίθηκε ένοχος οδήγησης σε κατάσταση μέθης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης. Το παιδί στάλθηκε στη μητέρα του αλλά τελικά το ανέλαβε η Εταιρία Προστασίας παιδιών στις 30 Σεπτεμβρίου 1999.

Η σύντροφος του Owen και η κόρη της που είχε αποκτήσει από άλλον άνδρα, πληροφόρησαν τις αρχές του νοσοκομείου ότι ο κατηγορούμενος τους ξεγελούσε για χρόνια αντικαθιστώντας στα τεστ τα δείγματα των ούρων του με εκείνα άλλων. Όταν, τότε, υπό αυστηρή επιτήρηση, τον υποχρέωσαν να περάσει καινούργιο τεστ στις 25.1.2000, αυτό αποδείχθηκε θετικό, ως προς την ύπαρξη κοκαΐνης και κάνναβης. Τότε, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι, εκτός από μια περίοδο 18 μηνών που προηγήθηκε της γέννησης του γιου του δεν εγκατέλειψε ποτέ τις συνήθειες κατανάλωσης του και ούτε είχε την πρόθεση να το πράξει.

Στις 17 Μαΐου του 2000, η Επιτροπή, στηριζόμενη στη γνώμη των υπεύθυνων του νοσοκομείου αποφάνθηκε ότι ο Owen αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για την ασφάλεια του κοινού πράγμα που επέβαλε τη διατήρηση του καθεστώτος κράτησης στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Kingston το οποίο θα μπορούσε να του χορηγεί άδειες για ανθρωπιστικούς λόγους ή άλλα προνόμια στους χώρους του νοσοκομείου.

Η ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής έλαβε χώρα το Μάρτιο του 2000. Όταν το Εφετείο επελήφθη της υπόθεσης μετά από έφεση του κατηγορουμένου, η Εισαγγελία πρότεινε νέα αποδεικτικά στοιχεία που καταδείκνυαν ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε βίαιη συμπεριφορά εναντίον άλλων ασθενών καθ’ όλη τη διάρκεια του 2000. Το Εφετείο αρνήθηκε να κάμει δεκτά τα νέα αποδεικτικά στοιχεία και θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενους δεν παρουσίαζε σημαντικό κίνδυνο για το κοινό διέταξε την απόλυσή του χωρίς όρους.

Η υπόθεση έφθασε στο Ανώτατο Δικαστήριο μετά από έφεση της Εισαγγελίας.

____________________________________________________

[1] Πηγή: Α., Μαγγανάς (2004). Το Εγκληματικό φαινόμενο στην πράξη, Αθήνα: εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, https://www.nb.org/greek/to-egklimatiko-fainomeno-stin-praxi.html

 

Μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρο το κείμενο του Καθηγητή σε αρχείο μορφής .pdf πατώντας πάνω στην κάτωθι φωτογραφία.

Add Comment